Συνεντεύξεις της Δάφνης Μανούσου


Συνεντεύξεις της Δάφνης Μανούσου


sevenart.gr – Δάφνη Μανούσου & Ιωάννα Σταυροπούλου

2765_ext

Δάφνη Μανούσου: Ενδιαφέρουσα αλλά και δύσκολη ερώτηση. Η κατάσταση σήμερα είναι μεν δύσκολη αλλά αν χάσουμε και κάθε ίχνος αισιοδοξίας χαθήκαμε. Προσωπική αντίσταση χρείαζεται. Αντίσταση στο να βλέπουμε ειδήσεις στην τηλεόραση και να μην τις αφήνουμε να μας πανικοβάλλουν, αντίσταση ώστε να μην κοιτάμε καχύποπτα ο ένας τον άλλον. Αντίσταση ώστε να μην πιστέψουμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ότι εμείς είμαστε οι αδύναμοι και αυτοί οι δυνατοί.

Ιωάννα Σταυροπούλου: Σήμερα το “1984” είναι πιο αληθινό από ποτέ. Το ζούμε σε πολλά κοινωνικά επίπεδα και το πιο τρομακτικό απ’ όλα είναι οτι κόσμος το ξέρει και το αποδέχεται. Ας πάρουμε για παράδειγμα το αυτοφακέλωμα που όλοι κάνουμε οικειοθελώς μέσω του facebook, του twitter, του instagram και άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλουμε να δημοσιοποιούμε τη ζωή μας και να δίνουμε πλήρη αναφορά 24 ώρες το 24ωρο για το που πήγαμε, τi κάναμε, με ποιον είμαστε, τι φάγαμε, με σχόλια και φωτογραφίες πειστήρια των όσων κάνουμε και δεν κάνουμε. Κι αυτό είναι ένα πολύ απλό παράδειγμα της οργουελικής σύλληψης ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Κινητά και υπολογιστές με κάμερες, το ίντερνετ και οι δυνατότητές του (google, skype, chat), όλα αυτά τα μέσα που υποτίθεται πως μας φέρνουν πιο κοντά μα στην ουσία απλά μας αφήνουν εκτεθειμένους και στο έλεος του καθενός να μάθει τα παντα για εμάς απλά γκουγκλάροντάς μας στον υπολογιστή του. Εφιαλτικό σενάριο αν το καλοσκεφτούμε γιατί αφαιρείται ύπουλα η ελευθερία μας από εμάς τους ίδιους χωρίς καν να σκεφτόμαστε τις απότερες συνέπειες ή το ότι ότι αυτό είναι κατευθυνόμενο και μας οδηγεί σε μια εποχή που ίσως το “1984” να φαντάζει πολύ light σε σχέση με το τι έχουμε να δουμε ακόμη. Το αν θα καταφέρουμε να σωθούμε από αυτό το εφιαλτικό σενάριο δεν το γνωρίζω, είναι όλα τόσο ελεγχόμενα πια που το θεωρώ αρκετά δύσκολο για να είμαι ειλικρινής. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να κάνουμε όμως είναι να έχουμε συνείδηση του τί συμβαίνει, να παίρνουμε θέση και να είμαστε ενεργοί ώστε να μην ζούμε σαν τηλεκατευθυνόμενα που δεν σκέφτονται και δεν αναλαμβάνουν δράση και ευθύνη για τίποτα.

Στην ταινία “Χιγκίτα” του Αλέξανδρου Βούλγαρη παρακολουθούμε μια ομάδα ανθρώπων σε ένα μη τόπο, μη χρόνο. Ή τέλοσπαντων σε ένα φανταστικό τόπο και φανταστικό χρόνο. Εντέλει δεν έχουν και τόση σημασία αυτές οι “λεπτομέρειες” όταν ζει κανείς εξόριστος;

Δ.Μ.: Έχουν σημασία αυτές οι λεπτομέρειες αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αντιλαμβανόμαστε εμείς που ζούμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Γιατί όταν είσαι εξόριστος δεν έχει καμμία σημασία αν είναι Δευτέρα πέντε το απόγευμα, αλλά παλιότερα είχε, οπότε και η απουσία τους και μόνο σημαίνει κάτι. Έιναι μια θύμηση της ζωης πρίν την εξορία.

Ι.Σ.: Στο “Χιγκίτα” οι άνθρωποι έχουν αυτοεξοριστεί. Αποφάσισαν συνειδητά να πάνε να ζήσουν σε αυτόν το μη τόπο και μη χρόνο, έχοντας αφαιρέσει την ακοή και την ομιλία τους ελπίζοντας οτι έτσι θα ζήσουν μια ήρεμη ζωή υπό την προστασία του Πατέρα-Εφιάλτη. Στην πραγματικότητα ζουν μια “μη ζωή” σχεδόν λοβοτομημένοι, εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση όπου το όνειρο και η πραγματικότητα μπερδεύονται. Βρίσκονται παντού και πουθενά, στο παρόν και στο μέλλον, “το αύριο είναι σήμερα” όπως αναφέρεται συνεχώς και στην ταινία. Όταν ένας άνθρωπος είναι εξόριστος ίσως πράγματι ο τόπος και o χρόνος να μην έχουν και τόση σημασία. Την εξορία μπορεί να τη νοιώθει κάποιος καθημερινά μέσα του αν δυσκολεύεται ή αρνείται να ενταχθεί σε ένα κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που δεν του πάει αλλά του έχει επιβληθεί. Εξορισμένος μπορεί να νοιώθει κανείς ακόμα και από τον καναπέ του σπιτιού του. Ίσως κάποια στιγμή αποφασίσει να σηκωθεί και να αντισταθεί, να επαναστατήσει και να προσπαθήσει να μετατρέψει την άρνησή του σε δράση. Ίσως και να παραμείνει παραιτημένος για πάντα, χωρίς να στείλει ποτέ “κλήση βοηθείας” στον έξω κόσμο. Πάντως λίγο ή πολύ πιστέυω πως όλοι ζούμε μια μικρή εξορία από τον εαυτό και τα θέλω μας.

Όταν είδατε για πρώτη φορά το “Χιγκίτα’ ποια είναι αυτά τα συναισθήματα που σας γεννήθηκαν αμέσως; Τι είναι αυτό που νιώσατε αλλά και το μήνυμα που εσείς λάβετε, ακόμη και ως συντελεστές της ταινίας;

Δ.Μ.: Ένιωσα πολύ συγκινημένη όταν είδα για πρώτη φορά το “Χιγκίτα”. Έγινε με πάρα πολύ λίγα μέσα. Στην ουσία, πέρα απο εμάς ο Αλέξανδρος έκανε την ταινία τελείως μόνος του. Και το αποτέλεσμα κατά τη γνώμη μου είναι πέρα από άρτιο και εξαιρετικό. Είναι μια ταινία που πρέπει να αφεθείς βλέποντας την, να την αφήσεις να γράψει πάνω σου χωρίς να προσπαθείς να εκλογικεύσεις τα πάντα. Μιλάει με συμβολισμούς αλλά επί της ουσίας έχει να κάνει με την προσπάθεια του ανθρωπου να ενηλικιωθεί, ακόμα κι αν το τίμημα είναι πολύ μεγάλο. Να καταφέρει τελικά να μην χάσει την ικανότητα του να ονειρεύεται μέχρι τέλους.

I.Σ.: Όταν είδα για πρώτη φορά το “Χιγκίτα” με εξέπληξε ευχάριστα. Δεν ήξερα τί να περιμένω γιατί ποτέ δεν μου είχε τύχει να δημιουργηθεί έτσι μια ταινία όπου ένας άνθρωπος (Αλέξανδρος Βούλγαρης) ανέλαβε και έκανε τα πάντα μόνος του. Είχαμε πάει 10 μέρες στην Άνδρο και κάναμε τα γυρίσματα εύκολα και γρήγορα, χωρίς συνεργείο και χωρίς μηχανήματα. Ο Αλέξανδρος είχε μια κάμερα στο χέρι και τρέχαμε στα βουνά και στα λαγκάδια και κάναμε τις σκηνές μας. Δεν περίμενα ότι κάτι που δημιουργήθηκε τόσο απλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι τόσο άρτιο και ψαγμένο αισθητικά. Ο Αλέξανδρος επεξεργάστηκε πάρα πολύ την ταινία στο post production, κυριολεκτικά “της άλλαξε τα φώτα”. Άλλαξε τα χρώματα, αφαίρεσε τις φωνές μας, έβαλε την μουσική του. Έκανε το “Χιγκίτα” μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, ίσως κάπως δύσκολη για το ευρύ κοινό αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα και διαφορετική. Νομίζω πως το μυστικό για να εκτιμήσει κάποιος το “Χιγκίτα” είναι να μην προσπαθήσει να καταλάβει και πολλά. Πρέπει να αφεθεί στις στιγμές, στις εικόνες και στη μουσική και να βιώσει την ατμόσφαιρα της ταινίας. Έτσι την είδα εγώ. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως η ταινία δεν δίνει τροφή για σκέψη, κάθε άλλο. Επειδή όμως δεν θέλω να γράψω δοκίμιο πάνω στο “Χιγκίτα” θα πω απλά οτι μου δημιούργησε πληθώρα έντονων συναισθημάτων με κυρίαρχα την αίσθηση εγκλωβισμού και την απελπισμένη αλλά μάταιη προσπάθεια απόδρασης. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι οτι παρόλο που παίζω στην ταινία, βλέποντάς την αφέθηκα στην ατμόσφαιρά της και την είδα ως θεατής και όχι ως συντελεστής.

Αν σας ρωτούσε ένας θεατής, σε τι κατηγορία ταινιών θα εντάσσατε το “Χιγκίτα”, τι θα απαντούσατε; Ή μήπως οι όροι «πειραματικό» και «πρωτοποριακό» είναι οι εύκολες ετικέτες του;

Δ.Μ.: Χμ… ίσως θα μπορόυσε να ενταχθεί και στις δυο αυτές κατηγορίες, ίσως και πάλι όχι… Το “Χιγκίτα” είναι ένα έργο που δε νομίζω ότι μπορούμε εύκολα να το εντάξουμε σε μια συγκεκριμένη κατηγορία και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το κάνει τόσο ιδιαίτερο. Άλλωστε δεν υπάρχει λόγος όλα να εντάσσονται και κάπου συγκεκριμένα. Πρέπει να σκεφτόμαστε καμμιά φορά και λίγο πιο ελεύθερα, έξω από τα κουτάκια και στη ζωή αλλά πόσο μάλλον και στην τέχνη.

Ι.Σ.: Δεν θα έβαζα το “Χιγκίτα” σε καμιά κατηγορία. Πιστεύω ότι δεν ανήκει πουθενά. Είναι μόνο του, outsider. Ο όρος πειραματικό και πρωτοποριακό είναι σίγουρα εύκολες ετικέτες για κάτι που δεν είναι εύκολα κατανοητό ή που δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη φόρμα. Δεν καταλαβαίνω καν γιατί θα πρέπει να εντάσσουμε όλα τα πράγματα σε κατηγορίες. Διάβασα κάπου πως το “Χιγκίτα” χαρακτηρίστηκε “ως μανιφέστο, μια εικονοποίηση του μουσικού δημιουργήματος του The Boy ανάμεσα στον Χαμένο Παράδεισο του Τζον Μίλτον και το Paradise City των Guns n’ Roses, μια ταινία που κηρύσσει την επανάσταση προς την καταπίεση και κάθε μορφή εξουσίας, με συνεχόμενη αφήγηση από το The Boy σε μια επιτηδευμένα κατεστραμένη εικόνα κι έναν πάνκ ρομαντισμό”. Όλα αυτά είναι σωστά και εύστοχα αλλά θεωρώ ότι το “Χιγκίτα” δεν χρειάζεται να χαρακτηριστεί ως κάτι συγκεκριμένο και αρκεί να μιλήσει στον κάθε θεατή από μόνο του χωρίς ετικέτες και κατηγοριοποιήσεις.

Κατά την άποψη σας, ταινίες σαν το “Χιγκίτα” που δεν έχουν επανεμφανιστεί στον ελληνικό κινηματογράφο, μπορούν να δημιουργήσουν ένα ανάλογο ρεύμα ταινιών; Να ευδοκιμήσει δηλαδή αυτού του είδους το σινεμά;

Δ.Μ.: Δε νομίζω πως το “Χιγκίτα” εκπροσωπεί απαραίτητα ένα συγκεκριμένο είδος όπως είπα και πριν και γενικότερα. Ωστόσο υπάρχει μια αρκετά μεγάλη μερίδα κοινού που ψάχνεται πολυ κινηματογραφικά και είναι λογικό αυτό. Υπάρχει τελικά και η ανάγκη να δεις κάτι που θα σε ξεβολέψει, που δε θα σε χαιδέψει και που θα σε βάλει σε μια διαδικασία να σκεφτείς, που δε θα σου είναι τόσο εύκολο τελοσπάντων. Και που μέσα από αυτό όμως μπορεί να νιώσεις ζωντανός. Οπότε, ναι υπό αυτή την έννοια, πιστέυω πως θα μπορούσε να ευδοκιμήσει ένα τέτοιο κινηματογραφικό ρεύμα ειδικά στην εποχή μας.

I.Σ.: Πιστεύω πως στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί εμπνευσμένοι και δημιουργικοί σκηνοθέτες. Ίσως το “Χιγκίτα” δώσει ένα έναυσμα για να αποφασίσουν να αφεθούν και να δοκιμάσουν να κάνουν ταινίες πιο ελεύθερα με ένα πιο πρωτόγονο και ενστικτώδη τρόπο, και χωρίς πολλά μέσα, όπως έκανε ο Αλέξανδρος Βούλγαρης. Ίσως και να το μισήσουν και να το “εξορίσουν” σ’ ενα “μακρύ νησί” και κανείς να μην θελήσει να ακολουθήσει το παράδειγμά του ακριβώς επειδή είναι τόσο διαφορετικό και δεν κατατάσσεται σε κάποια κατηγορία. Μακάρι να συμβεί το πρώτο. Σίγουρα θέλει πολλά κότσια για να το κάνεις αυτό και πραγματικά θαυμάζω τον Αλέξανδρο που είναι τόσο τολμηρός και αποφάσισε να κάνει εντελώς μόνος του μια ταινία χωρίς να φοβάται να αφεθεί και να εκτεθεί και χωρίς να τον απασχολεί που ανήκει η ταινία του και πως θα χαρακτηριστεί. Πιστεύω πως αυτή είναι η πιο καθαρή μορφή τέχνης.

Μια απορία μου είναι γιατί δεν ακούσαμε ποτέ τις φωνές σας αλλά μόνο αυτή του σκηνοθέτη; Αλήθεια πως και συνέβη αυτό;

Δ.Μ.: Έχει να κάνει με την απόλυτη ισοπέδωση που βιώνουν οι ήρωες του έργου. Οι σκέψεις τους και τα συναισθήματα τους υπάρχουν και είναι ζωντανά μέσα τους αλλά όταν πρόκειται να τα εκφράσουν δε μπορούν να ξεφύγουν από τη φωνή του Πατέρα. Είναι εγκλωβισμένοι μέσα σ’ αυτό, μιλάνε και ακούγεται η ίδια φωνή πάντα. Αλλά ακόμα και όταν κάποια στιγμή επαναστατούν ενάντια σ’ αυτό υπάρχουν στιγμές που τους λείπει. Ο πατέρας, η φωνή του, το βλέμμα του πάνω τους. Γι’ αυτό και είναι πολύ δυνατό στοιχείο στην ταινία η μια φωνή που σκεπάζει όλες τις δικές μας.

Ι.Σ.: Ο λόγος που έγινε αυτό ήταν για να τονιστεί ακόμα περισσότερο το ολοκληρωτικό καθεστώς στο οποίο ζούνε οι ήρωες του “Χιγκίτα”. Ένα καθεστώς ομοιομορφίας όπου δεν υπάρχει διαφορετικότητα, όλοι φοράνε τα ίδια ρούχα – στολές, κάνουν σεξ κάτω από το βλέμα του Πατέρα-Εφιάλτη με σκοπό την αναπαραγωγή, τρώνε ακριβώς τα ίδια φαγητά και λαμβάνουν ακριβώς τα ίδια μηνύματα. Είναι πλήρως ελεγχόμενοι σε κάθε επίπεδο της ζωής τους. Ζούν μια “μη ζωή” όπου όλα είναι γκρίζα και μονότονα. Ακριβώς αυτήν τη μονοτονία ήθελε να δείξει ο Αλέξανδρος με το να ακούμε μόνο τη φωνή του σε όλη την ταινία. Οι ήρωες δεν έχουν δική τους φωνή, ακόμα κι όταν προσπαθούν να επαναστατήσουν είναι χαμένοι από χέρι γιατί τίποτα δεν θα αλλάξει τελικά. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από το σύστημα ό,τι και να κάνουν. Είναι σαν τα χαμστεράκια που τρέχουν στον τροχό τους και νομίζουν οτι είναι ελεύθερα ενώ βρίσκονται πάντα κολλημένα στο ίδιο σημείο. Το “paradise city” δεν υπάρχει και η μονότονη και άχρωμη φωνή του Εφιάλτη μας το επιβεβαιώνει ξανά και ξανά. Θεωρώ ότι αυτό το εύρημα του Αλέξανδρου αποδίδει εύστοχα την παραπάνω ατμόσφαιρα.

Παρακολουθείτε την εξέλιξη των νέων Ελλήνων κινηματογραφιστών και τις ταινίες τους να βραβεύονται στα ξένα φεστιβάλ; Ποια είναι η θέση σας; Ανακάμπτουμε κινηματογραφικά σαν χώρα ή πρόκειται για μια εφήμερη μόδα;

Δ.Μ.: Όσο μπορώ παρακολουθώ το ελληνικό σινεμά και όχι απο ψυχαναγκασμό πια λόγω δουλειάς αλλά γιατί πραγματικά έχω αρχίσει και το απολάμβάνω. Νομίζω πως είναι πολύ αισιόδοξο αυτό που συμβαίνει με τον ελληνικό κινηματογράφο τα τελευταία χρόνια και δε θεωρώ πως είναι θέμα τύχης ή θέμα μόδας. Νομίζω πως μπορούμε να χαρούμε με κάτι τέτοιο και να μην είμαστε καχύποπτοι.

Ι.Σ.: Παρακολουθώντας την εξέλιξη των νέων Ελλήνων κινηματογραφιστών και τις ταινίες τους πιστέυω πως βρισκόμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Στο φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είδα όλες τις ελληνικές ταινίες και παρόλο που δεν υπάρχουν πια τα οικονομικά μέσα για να γίνουν ταινίες με τον τρόπο που είχαμε μάθει ως τώρα, τις βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και με προσωπικότητα. Είχαν το ιδιαίτερο στίγμα του κάθε σκηνοθέτη με κοινό στοιχείο την αλήθεια, τη δύναμη και την απλότητα. Πιστεύω οτι μέσα σε αυτό το κλίμα ανάκαμψης του ελληνικού κινηματογράφου,δουλειές σαν το “Χιγκίτα” ανοίγουν το δρόμο για να τολμήσουν οι νέοι δημιουργοί να κάνουν “do it yourself” ταινίες χωρίς να περιμένουν την έγκριση μεγάλων κονδυλίων από το ΕΚΚ. Πρέπει να μάθουμε να προσαρμοζόμαστε στα δεδομένα της νέας εποχής και να μην το βάζουμε κάτω.Ακόμη και σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες πιστεύω ότι ο ελληνικός κινηματογράφος έχει ακόμα να δώσει πάρα πολλά και είμαι σίγουρη πως η ανάκαμψή του δεν είναι μια εφήμερη μόδα.

 

FAQ – Δάφνη Μανούσου

FAQ_dafni manousou1

Lifo – Δάφνη Μανούσου

LIFO_dafni manousou